Μπλακ άουτ στο FIR Αθηνών: Ποιος πληρώνει το χάος σε πτήσεις και αποζημιώσεις
Το σοβαρό μπλακ άουτ στο FIR Αθηνών πάγωσε τον ελληνικό εναέριο χώρο, προκαλώντας ακυρώσεις, καθυστερήσεις και χάος στα αεροδρόμια. Στο επίκεντρο πλέον το ερώτημα: ποιος πληρώνει τις ζημιές σε επιβάτες και αεροπορικές.
Κλείσιμο του ελληνικού εναέριου χώρου για λόγους ασφάλειας και πολύωρη παράλυση των πτήσεων προκάλεσε την Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026 το σοβαρό μπλακ άουτ στις ραδιοσυχνότητες επικοινωνίας του FIR Αθηνών,ανοίγοντας ήδη –και επίσημα– τη συζήτηση για αποζημιώσεις επιβατών και αεροπορικών εταιρειών.
Σύμφωνα με την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, στις 08:59 τοπική ώρα καταγράφηκε μαζική παρεμβολή σχεδόν σε όλες τις συχνότητες που εξυπηρετούν την περιοχή ευθύνης του FIR Αθηνών. Ταυτόχρονα σημειώθηκε πτώση του δικτύου HELLAS COM και των τηλεφωνικών γραμμών επιχειρησιακής επικοινωνίας, προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας.
Ο «θόρυβος», όπως περιγράφηκε από τεχνικές πηγές, είχε τη μορφή συνεχούς και ακούσιας εκπομπής. Οι τεχνικές ομάδες της ΥΠΑ κινήθηκαν άμεσα σε συντονισμό με τεχνικούς του ΟΤΕ για τον εντοπισμό και την αποκατάσταση της βλάβης, ωστόσο η ασφαλής εκτέλεση των πτήσεων κρίθηκε αδύνατη, με αποτέλεσμα να τιναχτεί στον αέρα ο προγραμματισμός δεκάδων δρομολογίων.
Στο Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος καταγράφηκαν 75 πτήσεις με καθυστέρηση, 4 ακυρώσεις αναχωρήσεων, 3 εκτροπές αφίξεων σε άλλα αεροδρόμια και 8 αεροσκάφη που επέστρεψαν σε θέσεις στάθμευσης ενώ είχαν ήδη τροχοδρομήσει για απογείωση.
Οι έρευνες για τα αίτια του περιστατικού βρίσκονται σε εξέλιξη, με τον υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, Χρίστο Δήμα, να διαβεβαιώνει ότι η ασφάλεια των πτήσεων δεν τέθηκε σε κίνδυνο. Παράλληλα, έχει διαταχθεί κατεπείγουσα εισαγγελική προκαταρκτική έρευνα για τη διερεύνηση των συνθηκών που οδήγησαν στο πρωτοφανές μπλακ άουτ.
Τι ισχύει με τις αποζημιώσεις
Το κρίσιμο ερώτημα για επιβάτες και εταιρείες είναι ποιος θα επωμιστεί το κόστος αυτής της αεροπορικής αναταραχής. Ο υπουργός ξεκαθάρισε ότι «οι επιβάτες δικαιούνται αποζημιώσεις για ακυρώσεις και καθυστερήσεις», ενώ σημείωσε ότι και οι αερομεταφορείς «διατηρούν δικαίωμα διεκδίκησης».
Στην πράξη, ο πρώτος συνομιλητής του επιβάτη παραμένει η αεροπορική εταιρεία που εκτελεί την πτήση. Η εταιρεία οφείλει να προσφέρει είτε επιστροφή χρημάτων είτε εναλλακτική μεταφορά, καθώς και παροχές φροντίδας – γεύματα, δυνατότητα επικοινωνίας και, όπου απαιτείται, διαμονή – ανάλογα με τη διάρκεια της αναμονής.
Διαφορετικό σκέλος αποτελεί η κατ’ αποκοπήν χρηματική αποζημίωση για ακυρώσεις ή μεγάλες καθυστερήσεις, η οποία μπορεί να φτάσει έως και τα 600 ευρώ, ανάλογα με την απόσταση της πτήσης. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει απαλλαγή της αεροπορικής από αυτή την υποχρέωση εφόσον αποδειχθεί ότι το συμβάν οφείλεται σε «έκτακτες περιστάσεις» που δεν μπορούσαν να αποφευχθούν, ακόμη και με τη λήψη όλων των εύλογων μέτρων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο επιβάτης μένει ξεκρέμαστος. Οι υποχρεώσεις φροντίδας και υποστήριξης ισχύουν σε κάθε περίπτωση, ακόμη και όταν η αιτία θεωρείται έκτακτη – κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία όταν η αναμονή κρατά ώρες και το αεροδρόμιο γεμίζει αγανακτισμένους ταξιδιώτες.
Από την πλευρά τους, οι αεροπορικές εταιρείες διατηρούν το δικαίωμα να κινηθούν νομικά κατά τρίτων φορέων ή παρόχων, εφόσον κριθεί ότι υπήρξε υπαιτιότητα που τους προκάλεσε οικονομική ζημιά. Αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματη κρατική αποζημίωση, αλλά ανοίγει έναν κύκλο διεκδικήσεων που θα κριθεί από τα πορίσματα των τεχνικών και δικαστικών ερευνών – με το ενδεχόμενο υψηλών αξιώσεων να βρίσκεται ήδη στο τραπέζι.